Εξάρθρημα ώμου
H άρθρωση του ώμου έχει ένα μεγάλο εύρος κίνησης δίνοντας μεγάλη λειτουργικότητα στο άνω άκρο με τίμημα όμως την αυξημένη αστάθεια συγκριτικά με άλλες μεγάλες αρθρώσεις του σώματος. Στην άρθρωση του ώμου συμμετέχουν τα οστά του βραχιονίου με τη βραχιόνιο κεφαλή, η ωμογλήνη της ωμοπλάτης, και η ακρωμιοκλειδική άρθρωση. Η ωμογλήνη καλύπτει μόλις το 1/3 της κεφαλής του βραχιονίου για να εξυπηρετεί έτσι την ευρεία ακτίνα κίνησης του άνω άκρου. Προκειμένου να αυξάνεται η σταθερότητα της άρθρωσης και να επικεντρώνεται η κεφαλή εντός της ωμογλήνης, αποτελώντας κέντρο του άξονα περιστροφής του βραχιονίου, ποικίλα συνδεσμικά, τενόντια και μυϊκά στοιχεία της άρθρωσης συμμετέχουν σε αυτό.
Ως εξάρθρημα του ώμου ορίζεται η έξοδος της κεφαλής του βραχιονίου από την αρθρική επιφάνεια της ωμοπλάτης.
Τα εξαρθρήματα ανάλογα με την κατεύθυνση της κεφαλής, χωρίζονται σε πρόσθια, οπίσθια ή πολλαπλών κατευθύνσεων, με τα πρόσθια να συμβαίνουν κατά συντριπτική πλειοψηφία, σε ποσοστό 98%. Ανάλογα με τον αιτιολογικό παράγοντα χωρίζονται σε τραυματικά ή ατραυματικά. Κατά την εξάρθρωση του ώμου θεωρείται βέβαιο ότι μέρος των μαλακών μορίων που συμμετέχουν στη σταθερότητα της άρθρωσης υπόκεινται σε διάταση, χαλάρωση, ή ρήξη άλλοτε άλλου βαθμού. Η αστάθεια στην περιοχή του ώμου μπορεί να μην αφορά πλήρες εξάρθρημα αλλά υπεξάρθρημα, ενώ στις περιπτώσεις συχνών υποτροπών, αναφερόμαστε στο καθ’ έξιν εξάρθρημα του ώμου.
Το πιο συχνό, πρόσθιο εξάρθρημα, συμβαίνει συνήθως μετά από κάκωση σε κάποια αθλητική δραστηριότητα με το βραχιόνιο σε απαγωγή, έκταση και έξω στροφή.
Το οπίσθιο εξάρτημα συμβαίνει συνήθως σε κακώσεις υψηλής βίας, όπως κατά τη διάρκεια επιληπτικών κρίσεων, ή ηλεκτροπληξίας.
Η συμπτωματολογία του πρόσθιου εξαρτήματος αφορά έντονο άλγος και αδυναμία κίνησης του βραχιονίου. Οι ασθενής υποβαστάζουν το πάσχον άκρο με το υγειές, κρατώντας το από τον αγκώνα. Χαρακτηριστικό σημείο είναι η προβολή του ακρωμίου δίκην «επωμίδας» δημιουργώντας κενό και αλλοίωση στη φυσιολογική καμπυλότητα του ώμου. Είναι επίσης δυνατό να συνοδεύεται με υπαισθησία στη μεσότητα του δελτοειδούς λόγω κάκωσης του μασχαλιαίου νεύρου. Είναι δυνατό επίσης να συνοδεύεται από κάταγμα του Μείζονος Βραχιονίου Ογκώματος.
Η διάγνωση γίνεται εύκολα με τον κλινικό έλεγχο και επιβεβαιώνεται με τον απλό ακτινολογικό έλεγχο. Σημαντικό είναι να διαγνωστούν και να αντιμετωπισθούν τυχόν συνυπάρχοντα κατάγματα.
Μετά την επιβεβαίωση του προσθίου εξαρθρήματος πρέπει να διενεργείται άμεσα ανάταξη. Είναι σημαντικό να επιτυγχάνεται το συντομότερο δυνατό ανάταξη του εξαρθρήματος καθώς όσο περνάει ο χρόνος αυτή γίνεται δυσχερέστερη και η κάκωση των συνδέσμων και μαλακών μορίων μεγαλύτερη.

Εικ.1. Εικόνα πρόσθιου εξαρθρήματος του ώμου.
Υπάρχουν διάφοροι μέθοδοι ανάταξης όπως Milch, Stimson, Kocher, με προεξάρχουσα και πιο διαδεδομένη την Iπποκρατική μέθοδο. Για την ανάταξη με οποιαδήποτε μέθοδο απαιτείται η συνεργασία του ασθενή.Αμέσως μετά από επιτυχή ανάταξη επέρχεται μεγάλη ανακούφιση στον ασθενή. Σε κάποιες περιπτώσεις είναι δυνατό η ανάταξη να είναι ιδιαίτερα δυσχερής, όποτε γίνεται χρήση βραχείας νάρκωσης προκειμένου να επιτευχθεί χαλάρωση των μυών. Η ανάταξη πρέπει να επιβεβαιώνεται με νέο ακτινολογικό έλεγχο.
Μετά την ανάταξη θα πρέπει το άνω να άκρο να ακινητοποιείται με τρίγωνη ανάρτηση και προσαγωγή στον κορμό για τρεις εβδομάδες, ενώ ακολούθως να ακολουθείται πρόγραμμα ήπιων ασκήσεων και χρήση τρίγωνης αναρτήσης, για άλλες τρεις εβδομάδες.
Τα ποσοστά υποτροπής εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες. Οι υποτροπές εξαρτώνται από τις απότοκες βλάβες του πρώτου τραυματισμού, ή διάφορους ανατομικούς παράγοντες, όπως οι χαλαροί σύνδεσμοι, ή τυχόν αβαθή ωμογλήνη. Σε νέους ασθενείς κάτω των 25 ετών υπάρχει μεγαλύτερο ποσοστό υποτροπής, ενώ θα πρέπει πάντα να επισημαίνεται στον ασθενή, ποσό σημαντική είναι η αποκατάσταση, ακολουθώντας όλο το πρωτόκολλο.
Χειρουργική θεραπεία εφαρμόζεται όταν έχουμε αδυναμία ανάταξης, σε περιπτώσεις με συνυπάρχοντα κατάγματα, όταν έχουμε συχνά εξαρθρήματα ή υπεξάρθρηματα που δημιουργούν περιορισμό της λειτουργικότητας. Οι χειρουργικές τεχνικές αφορούν αποκατάσταση των βλαβών όπως ρήξη του επιχείλιου χόνδρου, τεχνικές βράχυνσης του προσθίου θυλάκου και του Υποπλατίου, ενίσχυσης του πρόσθιου και κάτω θυλάκου, ή οστικές παρεμβάσεις.
Με τον όρο διάστρεμμα της ποδοκνημικής εννοούμε την διάταση των συνδεσμικών στοιχείων στη περιοχή της έσω ή της έξω επιφάνειας της ποδοκνημικής.
Αποτελεί συχνή κάκωση κατά τις αθλητικές δραστηριότητες, αν και πολλές φορές μπορεί να συμβεί τυχαία σε κάποιο παραπάτημα ή αδέξια κίνηση.
Στην άρθρωση της ποδοκνημικής συμμετέχουν το κάτω άκρο της κνήμης, το κάτω άκρο της περόνης και ο αστράγαλος, τα οποία συνδέονται με τον θύλακο της άρθρωσης και συνδέσμους επίσης της έσω και έξω επιφάνειας.
Οι σύνδεσμοι έχουν ένα εύρος διατασιμότητας για την εξυπηρέτηση της κίνησης, πέρα από το οποίο υπόκεινται σε χαλάρωση και μερική ή ολική ρήξη. Σε περιπτώσεις κακώσεων όπου η ποδοκνημική κλίνει υπέρμετρα σε πρηνισμό ή υπτιασμό οι σύνδεσμοι διατείνονται και μπορεί να υποστούν ρήξη. Ανάλογα με το πλήθος των συνδέσμων που έχουν υποστεί βλάβη, αλλά και το βαθμό ρήξης τους, τα διαστρέμματα ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες, Α´ , Β´ ή Γ´ βαθμού.

Εικ.1. Η μεγάλη διάταση των συνδέσμων της ποδοκνημικής μπορεί να προκαλέσει μερική ή ολική ρήξη τους
Ο ασθενή διαμαρτύρεται για έντονο πόνο στην άρθρωση, οίδημα και εκχύμωση καθώς και έντονη χωλότητα στη βάδιση. Τα συμπτώματα είναι συνήθως έντονα και τον αναγκάζουν να επισκεφθεί τον ιατρό. Η διάγνωση γίνεται εύκολα κλινικά αλλά πρέπει να συνοδεύεται με απλό ακτινολογικό έλεγχο για τον αποκλεισμό κατάγματος. Σε μεγάλες βλάβες μπορεί να απαιτηθεί έλεγχος με μαγνητική τομογραφία.
Η θεραπεία είναι συντηρητική στη πλειονότητα των περιπτώσεων με χορήγηση μη στεροειδώναντιφλεγμονοδών και ναρθηκοποίηση η οποία μπορεί να κρατήσει από 2 έως 6 εβδομάδες. Χειρουργική θεραπεία εφαρμόζεται σε περιπτώσεις διαστρεμμάτων Γ´ βαθμού όπου γίνεται συρραφή των συνδέσμων. Τα διαστρέμματα εφόσον δεν εντοπιστούν έγκαιρα και σωστά δημιουργούν αστάθεια κατά την κίνηση.
