Με τον όρο διάστρεμμα της ποδοκνημικής εννοούμε την διάταση των συνδεσμικών στοιχείων στη περιοχή της έσω ή της έξω επιφάνειας της ποδοκνημικής.
Αποτελεί συχνή κάκωση κατά τις αθλητικές δραστηριότητες, αν και πολλές φορές μπορεί να συμβεί τυχαία σε κάποιο παραπάτημα ή αδέξια κίνηση.
Στην άρθρωση της ποδοκνημικής συμμετέχουν το κάτω άκρο της κνήμης, το κάτω άκρο της περόνης και ο αστράγαλος, τα οποία συνδέονται με τον θύλακο της άρθρωσης και συνδέσμους επίσης της έσω και έξω επιφάνειας.
Οι σύνδεσμοι έχουν ένα εύρος διατασιμότητας για την εξυπηρέτηση της κίνησης, πέρα από το οποίο υπόκεινται σε χαλάρωση και μερική ή ολική ρήξη. Σε περιπτώσεις κακώσεων όπου η ποδοκνημική κλίνει υπέρμετρα σε πρηνισμό ή υπτιασμό οι σύνδεσμοι διατείνονται και μπορεί να υποστούν ρήξη. Ανάλογα με το πλήθος των συνδέσμων που έχουν υποστεί βλάβη, αλλά και το βαθμό ρήξης τους, τα διαστρέμματα ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες, Α´ , Β´ ή Γ´ βαθμού.

Εικ.1. Η μεγάλη διάταση των συνδέσμων της ποδοκνημικής μπορεί να προκαλέσει μερική ή ολική ρήξη τους
Ο ασθενή διαμαρτύρεται για έντονο πόνο στην άρθρωση, οίδημα και εκχύμωση καθώς και έντονη χωλότητα στη βάδιση. Τα συμπτώματα είναι συνήθως έντονα και τον αναγκάζουν να επισκεφθεί τον ιατρό. Η διάγνωση γίνεται εύκολα κλινικά αλλά πρέπει να συνοδεύεται με απλό ακτινολογικό έλεγχο για τον αποκλεισμό κατάγματος. Σε μεγάλες βλάβες μπορεί να απαιτηθεί έλεγχος με μαγνητική τομογραφία.
Η θεραπεία είναι συντηρητική στη πλειονότητα των περιπτώσεων με χορήγηση μη στεροειδώναντιφλεγμονοδών και ναρθηκοποίηση η οποία μπορεί να κρατήσει από 2 έως 6 εβδομάδες. Χειρουργική θεραπεία εφαρμόζεται σε περιπτώσεις διαστρεμμάτων Γ´ βαθμού όπου γίνεται συρραφή των συνδέσμων. Τα διαστρέμματα εφόσον δεν εντοπιστούν έγκαιρα και σωστά δημιουργούν αστάθεια κατά την κίνηση.



