Η ρήξη του Αχιλλείου τένοντα αποτελεί μια σχετικά συχνή πάθηση στον άνθρωπο.
Εικ 1. Ο Αχίλειος τένοντας καταφύεται στο οπίσθιο τμήμα της πτέρνης
Η ρήξη του Αχιλλείου τένοντα αποτελεί μια σχετικά συχνή πάθηση στον άνθρωπο.
Συμβαίνει συνήθως κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων, πιο συχνά σε άρρενες ασθενείς και σε ηλικιακές ομάδες μεταξύ 30-50 ετών.
Ποικίλα αίτια μπορεί να συμβάλλουν στη ρήξη του Αχιλλείου τένοντα. Η χρήση αναβολικών, η χρήση αντιβιοτικών κατηγορίας κινολώνων, ιδίως για μεγάλο χρονικό διάστημα, η χρήση κορτικοστεροειδών, είναι συνήθεις παράγοντες που συμβάλλουν, ενώ μηχανικοί λόγοι όπως η εκτεταμένη και επίμονη άσκηση, ή η κακή αθλητική προετοιμασία, είναι οι σημαντικότεροι αιτιολογικοί παράγοντες.
Μια έντονη αθλητική δραστηριότητα με συνεχή καταπόνηση, είναι δυνατό σε βάθος χρόνου να δημιουργήσει μικροβλάβες στον τένοντα που στο σύνολο τους να αλλοιώσουν την ανατομική του συνέχεια ή των αγγείων του και να τον κάνουν ευάλωτο σε ρήξη. Συνήθως, προ της ρήξης προϋπάρχουν επεισόδια φλεγμονωδών καταστάσεων είτε με τη μορφή τενοντίτιδας Αχιλλείου, είτε με τη μορφή θυλακίτιδας.
Ο ασθενής που παθαίνει ρήξη του Αχιλλείου τένοντα αισθάνεται ένα οξύ πόνο στο οπίσθιο τμήμα της ποδοκνημικής που τον αναγκάζει να σταματήσει τη δραστηριότητά του. Περιγράφει δε τη βλάβη σαν να δέχτηκε λάκτισμα ή σαν να δέχθηκε χτύπημα από μπαλάκι πάνω στον Αχίλλειο. Η περεταίρω κίνηση είναι αδύνατη και ο ασθενής αποφεύγει τη φόρτιση. Σε περιπτώσεις μερικής ρήξης, υπάρχει δυνατότητα ήπιας κάμψης της ποδοκνημικής αλλά με πρόκληση πόνου.
Εικόνα.1. Ο αχίλλειος τένοντας κατφύεται στο οπίσθιο τμήμα της πτέρνας. Η ρήξη συνήθως είναι στο κάτω τριτημόριο αυτού.
Ο ιατρός είναι σε θέση να αναγνωρίσει τη βλάβη κλινικά, είτε με την ψηλάφηση «κενού» κατά μήκος του κάτω άκρου του τένοντα, είτε με την πίεση της γαστροκνημίας όπου είναι εμφανής η αδυναμία κάμψης παθητικά της ποδοκνημικής αφού δεν υπάρχει συνέχεια του τένοντα.
Εικόνα 2. Η Χειρουργική αποκατάσταση αφορά τη συρραφή του τένοντα και τη χρήση νάρθηκα ιπποποδίας. Ο ίδιος νάρθηκας χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις συντηρητικής θεραπείας.

