ΩΛΕΝΙΑ ΝΕΥΡΙΤΙΔΑ
Η Ωλένια νευρίτιδα αποτελεί εκείνη τη νοσολογική οντότητα, τα συμπτώματα της οποίας εκλύονται μετά από πίεση του ωλένιου νεύρου στη περιοχή του αγκώνα καθώς αυτό διέρχεται διά του ωλένιου σωλήνα (cubital tunel)
Το Ωλένιο νεύρο διέρχεται από την έσω επιφάνεια του αγκώνα μέσα στην αύλακα του ωλένιου, για να εισέλθει εντός μυϊκών ομάδων στο αντιβραχίου. Δίνει νευρικούς κλάδους που έχουν ιδιαίτερη σημασία στην κίνηση του χεριού και αίσθηση στο μικρό δάκτυλο και το ήμισυ του παράμερου.


Εικ.1. Το Ωλένιο νεύρο όπως φαίνεται από την πρόσθια και οπίσθια επιφάνεια του αγκώνα.
Η περιοχή του αγκώνα αποτελεί τη συχνότερη περιοχή πίεσης του Ωλένιου νεύρου, ενώ η ωλένια νευρίτιδα αποτελεί τη δεύτερη κατά συχνότητα πιεστική νευροπάθεια μετά το Σύνδρομο Καρπιαίου Σωλήνα. Ωστόσο στο σύνολο των ορθοπαιδικών παθήσεων αποτελεί σπάνια πάθηση.
Επιδημιολογικά, φαίνεται πως οι άνδρες δείχνουν μεγαλύτερη συχνότητα στη νόσο σε σχέση με τις γυναίκες.
Σήμερα γνωρίζουμε οτι η νόσος σχετίζεται με ανατομικές ιδιομορφίες της περιοχής του αγκώνα, όπως πάχυνση ινωδών στοιχείων, συνδέσμων, ή μυών, στη πορεία του ωλένιου νεύρου, ή ύπαρξη μορφωμάτων στη περιοχή της έσω επιφάνειας του αγκώνα. Συμβάλουν επίσης τυχόν ύπαρξη ευμεγέθους παρατροχίλιας απόφυσης ή ο βλαισός αγκώνας (επίκτητος ή συγγενής), που μπορεί να προκαλέσουν διάταση του νεύρου και δημιουργία ανάλογης συμπτωματολογίας.
Παράλληλα, φαίνεται πως παίζουν ρόλο και οι επαγγελματικές δραστηριότητες του ατόμου, που προκαλούν συχνή τριβή της έσω επιφάνειας του αγκώνα όπως για παράδειγμα σε επαγγελματίες οδηγούς στο μπράτσο του αυτοκινήτου καθώς αναπαύεται ο αγκώνας.
Επίσης, τραυματικές βλάβες στη περιοχή του αγκώνα μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στο ωλένιο νεύρο, από άμεση πλήξη ή λόγω δημιουργία αιματώματος.
Ο ασθενής συνήθως προσέρχεται στον ιατρό αιτιώμενος από ημερών ή εβδομάδων αιμωδίες, ή και άλγος στη περιοχή κατανομής του ωλενίου νεύρου, δηλαδή, στο μικρό δάκτυλο και στο έσω ήμισυ του παραμέσου. Αναλόγως της σταδιοποίησης, ο ασθενείς παραπονείται για αιμωδίες ποικίλης βαρύτητας ή ακόμα και αδυναμία στους αυτόχθονες μυς του χεριού.
Κατά τον κλινικό έλεγχο ο ασθενής παρουσιάζει αυαισθησία ψηλαφητικά στην έσω περιοχή του αγκώνα και σημείο tinel.
Για την βοήθεια της κλινικής εξέτασης ίσως απαιτηθεί ΗΜΓ άνω άκρων, ακτινογραφία αγκώνα για τον έλεγχο βλαισού αγκώνα ή ευμεγέθους παρατροχίλιας απόφυσης, ενώ ο MRI έλεγχος θα βοηθήσει διαφοροδιαγνωστικά στην ύπαρξη γαγγλίου, λιπώματος, αιμαγγειώματος, νευρινώματος ή άλλου ογγιδίου που ασκεί πίεση στο ωλένιο νεύρο. Επίσης θέση έχει και η διαγνωστική προσέγγιση με υπερηχογραφικό έλεγχο.
Η θεραπεία εξαρτάται από το στάδιο της νόσου, τη χρονιότητα, την ένταση των συμπτωμάτων, λαμβάνοντας υπ´ όψη παράγοντες όπως οι συνήθειες του αρρώστου, το επάγγελμά του, η ηλικία του, τυχόν συνυπάρχουσες νόσοι. Συνήθως σε πρώιμα στάδια ακολουθείται συντηρητική θεραπεία που συνιστάται σε ναρθηκοποιήση και περιορισμό δραστηριοτήτων, ανάρτηση του μέλους και χρήση αντιφλεγμονωδών.
Χειρουργική θεραπεία συστήνεται συνήθως σε όψιμα στάδια, μετά από υποτροπές, μετά από αποτυχημένη συντηρητική αγωγή, ή επιδείνωση.
Εφαρμόζονται χειρουργικές τεχνικές της απλής αποσυμπίεσης, η πρόσθια υποδόρια μεταφορά, η πρόσθια ενδομυική μεταφορά, η αφαίρεση τυχόν ευμεγέθους παρατροχίλιας απόφυσης ή λοιπών μορφωμάτων που ασκούν πίεση επί του νεύρου.
Τα οξέα ή έντονα συμπτώματα υποχωρούν σχεδόν άμεσα, ωστόσο ή πλήρης λειτουργικότητα του νεύρου αποκαθίσταται σταδιακά σε διάστημα εβδομάδων ή μηνών και εξαρτάται από τυχόν επιβαρυντικούς παράγοντες του αρρώστου και τη βλάβη που έχει υποστεί το νεύρο.
Το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα αφορά τη διαταραχή της αισθητικότητας του χεριού λόγο της πιέσης του Μέσου νεύρου στη περιοχή του καρπού.
Το Μέσο νεύρο αφού διέλθει από το αντιβράχιο, περνά μέσα από τον καρπιαίου σωλήνα στη περιοχή του καρπού και έν συνεχεία διακλαδίζεται, δίνοντας αισθητικούς κλάδους στον αντίχειρα, το δείκτη, το μέσο και το κερκιδικό ήμισυ του παράμεσου δακτύλων. Το μέσο νεύρο είναι το κυρίως υπεύθυνο νεύρο για την λεπτομερή αισθητικότητα και αντίληψη του χεριού στον άνθρωπο.
Αποτελεί τη πιο συχνή περιφερική νευροπάθεια στο άνω άκρο.
Συνηθέστερα συναντάται σε γυναίκες, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση, απ΄ότι άνδρες. Επίσης κατά το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και τη λοχεία όπου συνήθως μετά υποστρέφει αυτόματα. Στους άνδρες συνηθέστερο αίτιο αποτελεί η μηχανική καταπόνηση του χεριού, ιδίως χειρονάκτες. Άλλοι παράγοντες που ενοχοποιούνται, είναι παθήσεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο σακχαρώδης διαβήτης, ο υποθυρεοειδισμός, κ.α. χωρίς ωστόσο να αποτελούν προϋπόθεση.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ
Η συμπτωματολογία εμφανίζεται συνήθως σταδιακά, με τάση να επιδεινώνεται με το πέρασμα του χρόνου. Αρχικά εμφανίζεται με τη μορφή περιστασιακών αιμωδιών, στα δάκτυλα που νευρώνει συνήθως μετά από κόπωση. Κατά τη διάρκεια της νύχτας υπάρχει έξαρση της συμπτωματολογίας, ενώ ο ασθενής μπορεί να ξυπνήσει από τις ενοχλήσεις. Τις πρωινές ώρες ο ασθενής ανακουφίζεται με το να τινάζει το χέρι, ενώ μπορεί να υπάρχει δυσκαμψία των δακτύλων για κάποια ώρα. Με το πέρασμα του χρόνου η συμπτωματολογία αποκτά πιο μόνιμο χαρακτήρα, τα μουδιάσματα γίνονται εντονότερα και περιορίζουν τη χρήση του χεριού. Σε προχωρημένα στάδια υπάρχει πόνος και αδυναμία στο χέρι με αποτέλεσμα οι ασθενείς να χάνουν αντικείμενα από το χέρι. Πολλές φορές ο πόνος μπορεί να αντανακλά σε όλο το αντιβράχιο ή και κεντρικότερα.
Η συμπτωματολογία αφορά συνήθως και τα δύο χέρια αν και προεξάρχουσα θέση έχει συνήθως το ένα.
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η διάγνωση γίνεται κλινικά κατά την εξέταση, ενώ το ηλεκτρομυογράφημα (ΗΜΓ) επιβεβαιώνει ή δηλώνει τη βαρύτητα του συνδρόμου.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η θεραπεία συνίσταται σε χορήγηση αντιφλεγμονωδών και παυσίπονων σε συνδυασμό με περιορισμό και ναρθηκοποίηση του χεριού στα αρχικά στάδια, ενώ προτείνεται συχνά και η φυσικοθεραπεία.
Σε προχωρημένες καταστάσεις, η χειρουργική αποσυμπίεση του νεύρου αποτελεί τη λύση. Η χειρουργική επέμβαση γίνεται συνήθως με τοπική αναισθησία και ο ασθενής εξέρχεται άμεσα από το νοσοκομείο.
Σε εγκατεστημένα Σύνδρομα Καρπιαίου Σωλήνα, η καθυστερημένη αποσυμπίεση του νεύρου μπορεί να προκαλέσει μόνιμες βλάβες και αδυναμία πλήρους αποκατάστασης της λειτουργίας του.