Με τον όρο επικονδυλίτιδα του αγκώνα έχει επικρατήσει η αναφορά σε δύο νοσογόνες καταστάσεις. Την έξω επικονδυλίτιδα του αγκώνα ή “TennisElbow” δηλαδή τη φλεγμονή στη περιοχή του επικονδύλου στην έξω επιφάνεια του βραχιονίουκαι την έσω επικονδυλίτιδα του αγκώνα, ή «Golferelbow”, δηλαδή τη φλεγμονή στην περιοχή του έσω κονδύλου του βραχιονίου.
Από τον επικόνδυλο του βραχιονίου, στην έξω επιφάνεια του αγκώνα, εκφύονται οι εκτείνοντες μύες του χεριού, οι οποίοι θα δώσουν τους αντίστοιχους τένοντες για την εκτέλεση εκτατικών κινήσεων. Η συνεχής καταπόνηση των μυών αυτών είναι η γενεσιουργός αιτία της νόσου. Συνήθως η φλεγμονή εκλύεται μετά από αθλητική καταπόνηση ή υπέρχρηση κατά το εργασιακό περιβάλλον.
Από την έσω επιφάνεια του αγκώνα, τον κόνδυλο του βραχιονίου, εκφύονται οι καμπτήρες μύες του χεριού, οι οποίοι θα καταλήξουν στους αντίστοιχους τένοντες που εκτελούν κινήσεις κάμψης. Η υπέρχρηση στις κινήσεις κάμψης του χεριού, είτε κατά την εργασία είτε κάτω από αθλητικές δραστηριότητες, μπορεί να προκαλέσουν φλεγμονή στη περιοχή και την έκλυση των συμπτωμάτων.

Εικ 1. Έξω (Γαλάζιο) και έσω ( μωβ) επιφάνειες του αγκώνα.
Κύριο σύμπτωμα των ασθενών είναι ο πόνος, ο οποίος είναι είτε περιοχικός, είτε εντοπισμένος, καθώς και πτώση της μυϊκής ισχύος των εκτεινόντων μυών. Ο ασθενής παραπονείται για επιμονή των συμπτωμάτων για αρκετό διάστημα ή συχνές υποτροπές.
Η διάγνωση γίνεται κλινικά, ενώ απεικονιστικά βοηθάει ο απλός ακτινολογικός έλεγχος για τυχόν εντόπιση λοιπών αιτιών πόνου ή επασβεστώσεων.
Η θεραπεία είναι πρωτίστως συντηρητική. Η χορήγηση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών βοηθάει στην ύφεση της φλεγμονής και των συμπτωμάτων, ενώ η ναρθηκοποίηση σε πολλές περιπτώσεις συνιστάται για περιορισμό της χρήσης και άρα επιδείνωσης. Η νόσος πολλές φορές δείχνει ανθεκτικότητα στη θεραπεία. Συνήθως αυτό οφείλεται στην αδυναμία του ασθενή να περιορίσει τη δραστηριότητα που λειτουργεί ως γενεσιουργός αιτία. Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται χορήγηση κορτικοστεροειδών τοπικά ή παραγόντων ενίσχυσης της επουλωτικής διαδικασίας (PRP).
Σπανιότερα η χειρουργική θεραπεία αποτελεί ένδειξη, κυρίως σε περιπτώσεις που η συμπτωματολογία εμμένει για μεγάλο διάστημα, ή λόγω ύπαρξης μεγάλων επασβεστώσεων.
